Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

"Κυριακή στη φύση"



Παλιά, για όσους έπαιρναν λίγο λοξά τη ζωή, υπήρχε η φράση «πήραν τα βουνά». Τώρα το να πάρει κανείς τα βουνά ίσως είναι σημάδι λύτρωσης. Γαλήνη και ηρεμία σου προσφέρει ένας κυριακάτικος περίπατος στα βουνά. Όσο ανεβαίνει ο άνθρωπος προς τα ύψη, τόσο τα προβλήματα του μένουν κάτω. Προβλήματα που μας ταλανίζουν συνέχεια, η φύση έχει έναν μοναδικό τρόπο να τα αποδιώχνει από πάνω μας, καθώς αντικρίζουμε το μοναδικό της τοπίο.

Τι ψυχοθεραπεία και μαλακιές σου λένε; Τι ξάπλωσε στον καναπέ και αμόλα αρλούμπες για να βρεις την υγειά σου; Εκεί επάνω βρίσκεται ο καλύτερος θεραπευτής του ανθρώπου, αλλά κανείς δεν πάει, κανείς δεν πατάει πια.

Αλλά αν πας εκεί, οφείλεις να σεβαστείς τη φύση. Καλύτερα μείνε σιωπηλός – θαύμασε και παρατήρησε μα μην ανοίξεις κουβέντα για γκομενοδουλειές, γι’ αρπαχτές και για λαμογιές. Μην πας τη βρωμιά των πόλεων στην αμόλυντη φύση. Και να περπατάς συνέχεια, να κινείσαι και να ρωτάς, ν’ αναρωτιέσαι… Να βγάλεις και αυτό το σύνδρομο του καναπέ, που είναι υπεύθυνο για τη ρηχότητα και τη μιζέρια μας.

Και αν είσαι τυχερός και βρεις στο διάβα σου κάνα ρυάκι, στάσου λίγο και άκου τη μουσική του. Χαλαρωτική, μαγευτική, μοιάζει τόσο ξεχασμένη πια σ’ εμάς, σαν μια μακρινή ανάμνηση. Ναι, απαρνηθήκαμε τη ζωή στη φύση για το λαμπερό όνειρο των μεγαλουπόλεων. Τώρα το όνειρο έγινε εφιάλτης. Ξυπνήσαμε μέσα στην νύχτα, ιδρωμένοι, φοβισμένοι σαν χαμένοι, καθόμαστε εγκλωβισμένοι σε μιαν άρρωστη ζωή μακριά από τη φύση μας…


Έτσι κι εγώ σήμερα Κυριακή πρωί είπα να πάρω τα βουνά, να πάρω καθαρό αέρα, ν’ ανέβω ψηλά. Εκεί όπου μικραίνουν τα προβλήματα και μεγαλώνουν οι άνθρωποι. Ένα ποταμάκι ανέβηκα να βρω, που είχα περάσει εκεί πριν από χρόνια. Πλατάνια αγέρωχα, ψηλά συντρόφευαν τον ποταμό. Μα βιάστηκα, δεν έχουν πέσει ακόμα βροχές πολλές, δεν άσπρισαν οι κορυφές των βουνών και βρήκα ξερό το ποταμάκι.

Αλλά συνέχισα έκανα τον οδοιπόρο, που τόσο λατρεύει η φύση να υποδέχεται. Είδα ομορφιές, τοπία μαγευτικά και μοναδικά. Είδα το μεγαλείο της φύσης και γαλήνεψα. Κοίταξα κάτω προς την πόλη, σκέφτηκα τα προβλήματά μας και γέλασα. Τι πρόβλημα, άραγε, αξίζει τον κόπο να το κουβαλήσεις δω πάνω; Και γιατί κει κάτω τ’ αφήνουμε να μας πλακώνει; Απάντηση δεν πήρα – είπαμε δεν ασχολείται με τα ασήμαντα η φύση…

Κάπου στο Ελληνικό, λίγο έξω από το Άργος, βρίσκεται τούτος ο φούρνος εγκαταλειμμένος ο καημένος. Πρόσφερε αυτάρκεια ο φούρνος, που υπήρχε παλιά σε κάθε σπιτικό. Και το ψωμί και το φαΐ από κει μέσα έβγαιναν, καθαρά, υγιεινά. Τώρα τρώμε εύκολα δηλητήρια - μ’ ένα τηλεφώνημα μας τα φέρνουν στο σπίτι, αλλά δεν πειράζει. Φτάνει να ζούμε τ’ όνειρο…





Και ο Αι Γιώργης βρίσκεται στο δρόμο που πάει από τη Ζόγκα στην Κρύα Βρύση. Κάνας οδοιπόρος θα σταματούσε εκεί να βάλει κάνα κεράκι και να ξαποστάσει. Οδοιπόροι δεν υπάρχουν πια, αλλά αυτός εκεί, παραμένει σε πείσμα των καιρών. Απολαμβάνει τη μοναξιά του και ευγνωμονεί το Θεό του και ίσως, κρυφά από το Θεό του, ν’ ανάβει κάνα κεράκι για να μην καταλάβει ο Μεγάλος την απουσία μας και δοκιμάσουμε την οργή του.

Στο γυρισμό από τη Ζόγκα στο Ελληνικό, δεξιά του δρόμου υπάρχει ένας γκρεμός. Ο βράχος απέναντι στο βουνό είναι κόκκινος κι έδωσε και τ’ όνομα του στην περιοχή – Κοκκινόβραχος. Λέγεται πως στα χρόνια τα παλιά συνόδευαν μια νύφη να παντρευτεί και αυτή δεν ήθελε το γάμο, δεν ήθελε το γαμπρό που της έδωσαν κι έπεσε κάτω από το μουλάρι στο γκρεμό. Μετά έπιασε μια δυνατή βροχή - δεν μένει η φύση αμέτοχη στα δράματα των ανθρώπων…

Γύρισα ανανεωμένος, με διάθεση για ζωή και δημιουργία, που άνετα προσφέρει το πέρασμα από τη φύση. Νεράιδες δεν βρήκα όμως. Λένε πως όταν βρέχει, βγαίνουν σ’ αυτούς που φωνάζουν. Θα περιμένω τη βροχή και θα δοκιμάζω τη φωνή μου…

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου